αξύριστος

[аксиристос] εκ. небритый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αξύριστος" в других словарях:

  • αξύριστος — αξύριστος, η, ο και αξούριστος, η, ο αυτός που δεν ξυρίστηκε: Αξύριστο και με μακριά μαλλιά κόντεψε να μην τον γνωρίσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αξύριστος — η, ο (κ. αξούριστος) αυτός που δεν ξυρίστηκε …   Dictionary of Greek

  • αξυρισιά — η 1. το να είναι κάποιος αξύριστος 2. φρ. «έχω αξυρισιές» είμαι αξύριστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αξύριστος. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • άκουρος — (I) ἄκουρος, ον (Α) αυτός που δεν έχει παιδιά και κυρίως αρσενικό κληρονόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + κοῦρος «αγόρι»]. (II) –ο, (Α ἄκουρος, ον) [κουρά] ακούρευτος, αξύριστος νεοελλ. 1. «άκουροι και κουρεμένοι», άνθρωποι από κάθε τάξη και κάθε… …   Dictionary of Greek

  • αμπαρμπέριστος — και αμπαρμπέρευτος, η, ο [μπαρμπερίζω μπαρμπερεύω] αυτός που δεν πήγε στον μπαρμπέρη, στον κουρέα, αξύριστος ή ακούρευτος …   Dictionary of Greek

  • αξούριστος — η, ο βλ. αξύριστος …   Dictionary of Greek

  • αξυράφιστος — η, ο (κ. αξουρ ) ο αξύριστος* …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • αξούριστος — αξούριστος, η, ο και αξουράφιστος, η, ο ο αξύριστος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.